Γιατί λέμε «τον έπιασαν στα πράσα»;

Η φράση «τον έπιασαν στα πράσα» σημαίνει ότι κάποιος πιάστηκε την ώρα που διέπραττε μια πράξη, χωρίς να έχει περιθώριο να την αρνηθεί ή να τη δικαιολογήσει.
Η πιο διαδεδομένη εκδοχή συνδέει την έκφραση με την Αθήνα του 19ου αιώνα, όταν η πόλη είχε γίνει πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, ο διαβόητος ληστής Θεόδωρος Καρράς επιχείρησε να διαρρήξει το σπίτι ενός ιερέα, του παπά Μελέτιου. Ο ιερέας αντιλήφθηκε τον διαρρήκτη και τον ακινητοποίησε μέσα στον κήπο του, ο οποίος ήταν γεμάτος με πράσα. Η σύλληψη του ληστή οδήγησε αργότερα και στην εξάρθρωση της συμμορίας του και, σύμφωνα πάντα με την ιστορία, από αυτό το περιστατικό προέκυψε η φράση «τον έπιασαν στα πράσα».
Ωστόσο, παρότι η συγκεκριμένη ιστορία αναπαράγεται εδώ και πολλά χρόνια σε βιβλία και ιστοσελίδες, δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές που να την επιβεβαιώνουν. Για τον λόγο αυτό, αρκετοί γλωσσολόγοι θεωρούν ότι πρόκειται για μια μεταγενέστερη λαϊκή αφήγηση, η οποία δημιουργήθηκε για να εξηγήσει μια ήδη καθιερωμένη έκφραση. Μάλιστα, έχει διατυπωθεί και μια διαφορετική γλωσσική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία η λέξη «πράσα» ίσως προήλθε από παραφθορά του αρχαίου ρήματος «πράσσειν» (πράττω). Έτσι, η φράση «τον έπιασαν στο πράσσειν» θα σήμαινε κυριολεκτικά ότι κάποιος συνελήφθη την ώρα που ενεργούσε, δηλαδή επ’ αυτοφώρω. Αν και ούτε αυτή η ερμηνεία έχει επιβεβαιωθεί οριστικά, αρκετοί μελετητές τη θεωρούν πιο πιθανή από την ιστορία του Θεόδωρου Καρρά.








