Γιατί γαργαλιόμαστε;

Το γαργαλητό παραμένει ένα από τα μυστήρια του ανθρώπινου εγκεφάλου, καθώς δεν γνωρίζουμε ακόμη για ποιον ακριβώς λόγο εξελίχθηκε.
Οι επιστήμονες διακρίνουν συνήθως δύο μορφές γαργαλητού: το ελαφρύ γαργαλητό, όπως η αίσθηση που προκαλεί ένα πολύ απαλό άγγιγμα στο δέρμα, και το εντονότερο γαργαλητό, που μπορεί να προκαλέσει ακούσιο γέλιο. Ορισμένες περιοχές του σώματος, όπως οι πατούσες, οι μασχάλες και τα πλευρά, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες, χωρίς όμως να γνωρίζουμε ακόμη ακριβώς γιατί αντιδρούν εντονότερα στο γαργαλητό.
Όταν κάποιος μας γαργαλά, δεν ενεργοποιείται ένα μοναδικό κέντρο γαργαλητού στον εγκέφαλο. Μελέτες απεικόνισης έχουν δείξει δραστηριότητα σε ένα δίκτυο περιοχών που σχετίζονται με την αφή, την κίνηση, το συναίσθημα και την παραγωγή ακούσιων φωνητικών αντιδράσεων. Σε αυτές περιλαμβάνονται ο αισθητικοκινητικός φλοιός, η νήσος, ο υποθάλαμος και περιοχές του εγκεφαλικού στελέχους.
Το γέλιο που προκαλεί το γαργαλητό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το απολαμβάνουμε. Μπορούμε να γελάμε ακόμη και όταν θέλουμε να σταματήσει. Η ακριβής εξελικτική λειτουργία του επίσης δεν έχει αποδειχθεί. Έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες, μεταξύ άλλων ότι σχετίζεται με το κοινωνικό παιχνίδι και τη δημιουργία δεσμών, όμως προς το παρόν δεν υπάρχει μία επιστημονικά επιβεβαιωμένη εξήγηση.
Δεν ρώτησες αλλά…
Γιατί δεν μπορούμε να γαργαλήσουμε τον εαυτό μας;
Όταν κινούμε το χέρι μας για να αγγίξουμε τον εαυτό μας, ο εγκέφαλος προβλέπει τις αισθητηριακές συνέπειες της κίνησης. Η παρεγκεφαλίδα φαίνεται να συμμετέχει σε αυτή την πρόβλεψη και η απόκριση στις περιοχές που επεξεργάζονται την αφή μειώνεται. Έτσι, το άγγιγμα γίνεται πολύ πιο προβλέψιμο και η αίσθηση του γαργαλητού εξασθενεί. Πειράματα έχουν μάλιστα δείξει ότι, όταν εισάγεται μια μικρή χρονική καθυστέρηση ανάμεσα στην κίνησή μας και στο άγγιγμα που αυτή προκαλεί, ο εγκέφαλος δυσκολεύεται περισσότερο να προβλέψει το ερέθισμα και η αίσθηση του γαργαλητού γίνεται εντονότερη.








