Προσπάθησε να πουλήσει τον πύργο του Άιφελ χωρίς να του ανήκει

Ο Βίκτορ Λούστιγκ (Victor Lustig) υπήρξε ένας από τους πιο γνωστούς απατεώνες του 20ού αιώνα, με τη δράση του να έχει μείνει στην ιστορία για την ευρηματικότητα και το θράσος της. Το 1925, ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, διάβασε σε εφημερίδα ότι ο Πύργος του Άιφελ χρειαζόταν συντήρηση και ότι το κόστος επισκευής ήταν ιδιαίτερα υψηλό. Εκμεταλλευόμενος αυτή την πληροφορία, σχεδίασε μια από τις πιο τολμηρές απάτες της εποχής: να παρουσιαστεί ως κυβερνητικός αξιωματούχος και να «πουλήσει» τον Πύργο του Άιφελ ως παλιοσίδερα.
Ο Λούστιγκ κάλεσε εμπόρους παλιοσίδερων σε μυστική συνάντηση και τους παρουσίασε ένα πλαστό σχέδιο κυβερνητικής απόφασης. Σε έναν από αυτούς τους εμπόρους, τον Αντρέ Πουασόν (André Poisson), κατάφερε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι επρόκειτο για νόμιμη και εμπιστευτική κρατική συναλλαγή. Ο Πουασόν, θέλοντας να αποκτήσει κύρος μέσω της συμφωνίας, φέρεται να συμφώνησε να συμμετάσχει στη διαδικασία. Η απάτη δεν αποκαλύφθηκε άμεσα, καθώς το γεγονός ήταν τόσο ντροπιαστικό για το θύμα, που δεν καταγγέλθηκε δημόσια, επιτρέποντας στον Λούστιγκ να διαφύγει.
Λίγο αργότερα επέστρεψε στο Παρίσι επιχειρώντας να επαναλάβει το ίδιο κόλπο, όμως αυτή τη φορά έγινε αντιληπτός και εγκατέλειψε τη χώρα για να αποφύγει τη σύλληψη. Στις Η.Π.Α. συνέχισε την εγκληματική του δράση, εμπλεκόμενος σε διάφορες απάτες πλαστογραφίας και εξαπάτησης, ενώ υπάρχουν αναφορές και για συναλλαγές με μέλη του υποκόσμου της εποχής, συμπεριλαμβανομένων ανθρώπων του οργανωμένου εγκλήματος. Τελικά συνελήφθη το 1935 για πλαστογραφία και καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση. Πέθανε το 1947 στη φυλακή από πνευμονία.







