Γιατί καπνίζουμε ενώ ξέρουμε ότι μας βλάπτει;

Πως γίνεται το κάπνισμα να συνδέεται με πολλά προβλήματα υγείας, ακόμα και θανατηφόρα, αλλά εκατομμύρια άνθρωποι να συνεχίζουν να καπνίζουν; Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλός μας.
Πρώτα απ’ όλα, η νικοτίνη προκαλεί εξάρτηση επειδή επηρεάζει το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου, ένα δίκτυο που μας ωθεί να επαναλαμβάνουμε συμπεριφορές που συνδέονται με ευχάριστα συναισθήματα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα από μια τζούρα, απελευθερώνεται ντοπαμίνη, μια χημική ουσία που σχετίζεται με την ευχαρίστηση. Έτσι, ο εγκέφαλος μαθαίνει να συνδέει το τσιγάρο με κάτι θετικό. Παράλληλα, πολλοί καπνιστές πιστεύουν ότι το τσιγάρο μειώνει το άγχος. Στην πραγματικότητα, συχνά ανακουφίζει προσωρινά τα συμπτώματα στέρησης της νικοτίνης, δημιουργώντας την αίσθηση της χαλάρωσης.
Ένας ακόμη λόγος είναι οι συνήθειες. Ο καφές, το διάλειμμα στη δουλειά ή μια έξοδος με φίλους συνδέονται συχνά με το κάπνισμα. Έτσι δημιουργείται όχι μόνο σωματική αλλά και ψυχολογική εξάρτηση, καθώς το τσιγάρο γίνεται μέρος της καθημερινής ρουτίνας. Επιπλέον, οι κίνδυνοι του καπνίσματος φαίνονται μακρινοί. Οι ψυχολόγοι ονομάζουν αυτό το φαινόμενο «προτίμηση της άμεσης ανταμοιβής»: τείνουμε να προτιμάμε μια μικρή ευχαρίστηση σήμερα από ένα μεγαλύτερο όφελος στο μέλλον. Τέλος, οι περισσότεροι καπνιστές ξεκινούν σε νεαρή ηλικία, όταν η αίσθηση του κινδύνου είναι μικρότερη και η επιρροή της παρέας μεγαλύτερη. Μέχρι να συνειδητοποιήσουν πλήρως τις συνέπειες, η εξάρτηση έχει ήδη εγκατασταθεί.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αν το τσιγάρο ανακαλυπτόταν σήμερα για πρώτη φορά, πολλοί ειδικοί εκτιμούν ότι θα αντιμετωπιζόταν πολύ πιο αυστηρά από τις αρχές λόγω της υψηλής εθιστικότητας και των σοβαρών κινδύνων για την υγεία. Ίσως αυτό δείχνει πως ορισμένες συνήθειες επιβιώνουν όχι επειδή είναι ωφέλιμες, αλλά επειδή πρόλαβαν να γίνουν μέρος της καθημερινότητάς μας.
Δεν ρώτησες αλλά…
Ο αριθμός των καπνιστών μειώνεται ή αυξάνεται;
Τα ποσοστά καπνίσματος μειώνονται σταδιακά σε όλο τον κόσμο. Από περίπου έναν στους τρεις ενήλικες το 2000 (33%), σήμερα καπνίζει περίπου ένας στους πέντε (25%). Η ίδια τάση παρατηρείται και στην Ελλάδα, όπου το ποσοστό των καπνιστών έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο βελτίωσης. Η πρόοδος που έχει ήδη σημειωθεί, όμως, αποδεικνύει ότι η γνώση, η ενημέρωση και η αλλαγή των κοινωνικών αντιλήψεων μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και συμπεριφορές που κάποτε θεωρούνταν σχεδόν αδύνατο να αλλάξουν.








